φαρυγγίτιδα

φαρυγγίτιδα
[-ίτις (-ιδος)] η мед. фарингит

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "φαρυγγίτιδα" в других словарях:

  • φαρυγγίτιδα — η, Ν 1. ιατρ. φλεγμονή τού βλεννογόνου τού φάρυγγα, η οποία προκαλείται από βακτήρια και ιούς (α. «χρόνια φαρυγγίτιδα» β. «ιογενής φαρυγγίτιδα» γ. «οξεία στρεπτοκοκκική φαρυγγίτιδα») 2. (κτην.) η κυνάγχη. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ.… …   Dictionary of Greek

  • φαρυγγίτιδα — η (ιατρ.), φλεγμονή των τοιχωμάτων του φάρυγγα: Συφιλιδική φαρυγγίτιδα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -ίτιδα — (ΑΜ ῑτις) κατάλ. θηλ. ουσ. τής Ελληνικής, επαυξημένη μορφή τής κατάλ. τις ( ι τις), που σχηματίστηκε κατά την κατάλ. αρσενικών ίτης*. Τα ουσ. σε ιτις στην Αρχαία Ελληνική δεν χρησιμοποιούνταν μόνο ως θηλ. αντίστοιχων αρσενικών σε ίτης (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • ερπητικός — ή, ό [έρπης] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον έρπητα («ερπητική μορφή τού έλκους») 2. αυτός που πάσχει από έρπητα 3. φρ. «ερπητική στοματίτιδα» ή «ερπητική φαρυγγίτιδα» πάθηση τού άκρου τής γλώσσας ή τού φάρυγγα, κατά την οποία αναπτύσσονται …   Dictionary of Greek

  • καρδιά — Μυώδες κοίλο όργανο με τέσσερις χώρους, η λειτουργία του οποίου είναι θεμελιώδης για την κυκλοφορία του αίματος, καθώς παραλαμβάνει το αίμα από τις φλέβες και ως αντλία το τροφοδοτεί στις αρτηρίες. Η κ. του ανθρώπου βρίσκεται στο πρόσθιο μέσο… …   Dictionary of Greek

  • σταφυλοφαρυγγίτιδα — η, Ν ιατρ. φλεγμονή τής σταφυλής και τού φάρυγγα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σταφυλή / σταφυλίς + φαρυγγίτιδα] …   Dictionary of Greek

  • φαρυγγολαρυγγίτιδα — η, Ν ιατρ. φαρυγγίτιδα που παρουσιάζει επιπλοκή λαρυγγίτιδας. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. pharyngolaryngite < φάρυγξ, υγγος + λαρυγγίτιδα] …   Dictionary of Greek

  • λαιμός — ο πληθ. οι λαιμοί και τα λαιμά 1. το τμήμα του σώματος ανάμεσα στο κεφάλι και το στήθος: Φορούσε ένα μενταγιόν στο λαιμό. 2. ο πληθ., τα λαιμά η ασθένεια του λαιμού, αμυγδαλίτιδα, φαρυγγίτιδα κτλ.: Υποφέρει από τα λαιμά της. 3. φρ., «Τον πήρα στο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φαρυγγολαρυγγίτιδα — η (ιατρ.), φαρυγγίτιδα με επιπλοκές από λαρυγγίτιδα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»